Σάββατο 6 Ιουν 2020 2:17      

Λεωνίδας Αθανασούλας

ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ 

Η ιστορία μιας πόλης είναι και η ιστορία των ανθρώπων της  

Για να γνωρίσεις πραγματικά την ιστορία της Κατερίνης ,  ίσως  πρέπει να γνωρίσεις την ιστορία των ανθρώπων της. Αυτές τις μικρές άγνωστες ιστορίες των ανθρώπων που έζησαν και άφησαν το στίγμα τους – μικρότερο ή μεγαλύτερο – σε αυτή. 

Η φράση «άφησε όνομα»  δεν αφορά μόνο τα επιτεύγματα του ανθρώπου, αλλά κυρίως την επίδρασή του στην κοινωνία.    Αυτούς τους μικρούς πρωταγωνιστές της ιστορίας της πόλης προσπαθούμε να ανακαλύψουμε μέσα από τις  ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ.

Στην Ελλάδα,   που η επιχειρηματικότητα είναι  κατακερματισμένη και οι μικρές επιχειρήσεις αποτελούν τον κύριο ιστό της,  είναι συνηθισμένη πρακτική  η επιχείρηση να περνάει στην επόμενη γενιά. 

Μένει βέβαια στους νέους διαχειριστές να  αποδειχτούν αυτοί άξιοι και ικανοί να την διατηρήσουν και να τη μεγαλώσουν. 

Τέτοια παραδείγματα στην πόλη μας έχουμε πολλά. Μιλήσαμε με μερικούς από αυτούς  και γράφουμε τη μικρή τους ιστορία.

Το  φαινόμενο δεν είναι  μόνο ελληνικό. Η σχέση αυτή της κοινής πορείας  πατέρα και γιού  στο ίδιο μετερίζι ανάγεται στην  αρχαιότητα. Από τους βιβλικούς ποιμενάρχες μέχρι τους  δικούς μας θρυλικούς εφοπλιστές και τους διαδόχους τους. 

Μια ποιητική εκδοχή αυτής της τρυφερής σχέσης μάς έδωσε διαφήμιση  γνωστής μπύρας  με πατέρα και γιο να πωλούν λαχανικά σε λαϊκή αγορά, πράγμα  συχνό και στην πόλη μας. 

Οι ιστορίες μας  αρχίζουν  από τη 10ετία του 1950,  εποχή που η Ελλάδα και η περιοχή μας προσπαθεί να βρει το βηματισμό της μετά από μια 10ετή εμπόλεμη σύγκρουση,   αρχικά παγκόσμια και στη συνέχεια αδελφοκτόνο.  Η γη είναι  ο πρόσφορος τρόπος να βιοποριστεί  η οικογένεια στη μικρή μας πόλη,  και σ’ αυτή στρέφεται ο κύριος  όγκος των κατοίκων που δεν ήταν και πολλοί. 

Ο μικρός αστικός πληθυσμός περιορίζεται στους δημοσίους υπαλλήλους, το στρατό, τους εκπαιδευτικούς.  

Η μικρή αγορά της πόλης - που άρχιζε από το Σιντριβάνι και κατέληγε στην πλατεία Ελευθερίας - με μικρή διασπορά στους κάθετους παράδρομους,   προσπαθεί να ανασάνει. Στηρίζεται κυρίως στην πώληση του καπνού κάθε Φθινόπωρο, που  γεμίζει την αγορά με πελάτες και σβήνει τα βερεσέδια.  Έτσι κάπως ήταν η οικονομική κατάσταση στην πόλη,  και οι επιχειρήσεις που ευημερούσαν μπορούσαν να μετρηθούν στα δάκτυλα των δυο χεριών. 

Μερικά καταστήματα νεωτερισμών, μερικά τροφίμων και ποτών, κάποιες ταβέρνες, τα καφεκοπτεία και ίσως μερικά άλλα.

Αλλά η εποχή άλλαζε. Οι νέοι ασφυκτιούσαν. Κάποιοι πήραν το δρόμο της ξενιτειάς.  Κάποιοι εξακολουθούσαν να παλεύουν με τη γη. Παράλληλα άρχισαν να δημιουργούνται δειλά – δειλά και άλλα καταστήματα.   

Η επαγγελματική πορεία των επιχειρήσεων που περιγράφουμε ακολούθησε την εξέλιξη της πόλης. Και από μικρές και άσημες έφτασε στη σημερινή τους μορφή που για κάποιες είναι πράγματι εκπληκτική και άκρως κερδοφόρα, υπόδειγμα για πολλές άλλες παράλληλες πρωτοβουλίες.

Λεωνίδας Αθανασούλας

ΑΠΟ ΤΑ ΚΟΥΛΑ ΤΗΣ ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ!

Βρισκόμαστε στις αρχές της 10ετίας του 1950. Ένας δραστήριος νέος οικογενειάρχης, ο Λεωνίδας Αθανασούλας, κάνει το μεγάλο βήμα. Από τους πάγκους της λαϊκής αγοράς, μεταπηδά στον κλάδο της εστίασης. Ήταν η εποχή που η οικονομία της Κατερίνης έκανε τα πρώτα βήματα προς την ανάπτυξη μετά τη λαίλαπα του Β΄Παγκοσμίου πολέμου και του εμφυλίου.

Η τραπεζική χρηματοδότηση ήταν λέξη άγνωστη. Η έναρξη μιας επαγγελματικής δραστηριότητας στηριζόταν στα μικρά κομποδέματα που είχε η οικογένεια για ώρα ανάγκης και στην προσωπική εργασία των τολμηρών για την εποχή τους επίδοξων επαγγελματιών.

Ο Λεωνίδας ήταν ένας από αυτούς, αποφασισμένος να πετύχει.

Καταγόμενος από τα Κούλα, μια σφριγηλή ελληνική κοινότητα ανάμεσα στη Σμύρνη και στο Ουσάκ, περίπου 150 χλμ. μακριά από τη θάλασσα, και όντας καλός μάγειρας πήρε το ρίσκο. Άλλωστε οι Μικρασιάτες φημίζονται για την αγάπη τους στο καλό φαγητό και την επιδεξιότητα της παρασκευής του.

Ξεκίνησε από το σημείο που βρίσκεται και σήμερα το κατάστημά του, από την οδό Σκρά. Μακριά από τον τόπο που σύχναζαν οι Κατερινιώτες, αλλά και οι χωρικοί που κατέβαιναν στην πόλη για να πουλήσουν προϊόντα, να επισκεφτούν το γιατρό, ή τις λιγοστές υπηρεσίες. Η Γεωργάκη Ολυμπίου με τα παλιά τούρκικα κτίσματα φιλοξενούσε τις ταβέρνες και τα μαγειρεία της πόλης. Εκεί βρισκόταν και το χάνι όπου έδεναν τα ζώα τους και διέμεναν όταν αυτό ήταν απαραίτητο.

Στην Κωνσταντινούπολη με χορεύτρια των Οριεντάλ σε night-club

Ο Λεωνίδας παρ’ όλα αυτά γρήγορα κέρδισε την προτίμηση των Κατερινιωτών και η πελατεία του άρχισε να αυξάνεται. Απέκτησε πελάτες και φίλους.

Το μέλλον απασχολούσε έντονα τον Λεωνίδα. Οι δυσκολίες στην προμήθεια καλού κρέατος για τους πελάτες του ήταν από τα ζητούμενα. Τότε πήρε τη μεγάλη απόφαση. Να μετατρέψει την επιχείρηση του σε κάτι πρωτοποριακό. Παρά τις αντίθετες απόψεις και εισηγήσεις φίλων προμηθεύτηκε τις γνωστές σούβλες,

και το ψητό κοτόπουλο έγινε σήμα κατατεθέν στην Κατερίνη. Φαίνεται ότι διέθετε χάρισμα. Γιατί το νέο προϊόν δεν άφησε αδιάφορους τους πελάτες του αλλά τους πολλαπλασίασε και το brand Λεωνίδας απέκτησε δυναμική.

Με την αγαπημένη του σύζυγο Μαρία μπροστά από το κατάστημα

Το μικρό αρχικά κατάστημα μεγάλωσε με την αγορά και άλλων κομματιών γης. Δεινός μάγειρας και λάτρης των αρωμάτων της Ανατολής λόγω καταγωγής έβγαζε - όταν ήταν καλός ο καιρός - τα τραπεζάκια στο πεζοδρόμιο και μάγευε τους περαστικούς. Ο ίδιος βέβαια ευχαριστούσε πάντα το Θεό για αυτά που του έδωσε.

Ο εγγονός του Σάββας και «κληρονόμος» της φιλοσοφίας του λέει για το Λεωνίδα: «Ήταν διορατικός, ήταν έξυπνος, ήξερε την αξία του πελάτη. Έρχονται και σήμερα στο κατάστημα άνθρωποι, που σταυροκοπιούνται και φιλούν τη φωτογραφία του».

Η αίτηση για την έναρξη του καταστήματος έγινε το 1952, και το 1955 πήρε την άδεια εστιατορίου - μεζεδοπωλείου.

Μια ανανέωση της άδειας του καταστήματος το 1965

Στα τραπέζια του φιλοξένησε και 4 γενιές μιας οικογένειας. Ακόμα και η γέννηση ενός παιδιού, που μόλις είχαν παραλάβει από την κλινική, γινόταν γιορτή στου Λεωνίδα και οι ευχές δίνονταν μπροστά σε ένα ψητό κοτόπουλο λίγο πριν την επιστροφή στο χωριό.

Η σχέση του με τους πελάτες ήταν πρώτα από όλα ανθρώπινη. Κατέβαιναν από τα χωριά για δουλειά στην Κατερίνη, η δουλειά στο γιαπί σκληρή. Κάποιες φορές ο μάστορας δεν είχε χρήματα να πληρώσει. Ο Λεωνίδας κατανοούσε τη δυσκολία, σέρβιρε στους κουρασμένους νέους και στο τέλος έδινε αυτός τα εισιτήρια που δεν είχαν για να πάνε στο χωριό τους.

Μια άλλη αγάπη του Λεωνίδα ήταν το ποδόσφαιρο. Οπαδός του Όλυμπου Κατερίνης, μετά τη συγχώνευση με το Μεγαλέξανδρο, έγινε λάτρης του Πιερικού τον οποίο ακολουθούσε σε όλους τους αγώνες του εκτός Κατερίνης.

Στενοί του φίλοι υπήρξαν ποδοσφαιριστές του Πιερικού όπως ο Παρασκευάς Πορτοκαλίδης, αλλά και ο γνωστός Χάρης Κρεοπωλίδης, παίκτης αρχικά της Γαλατά Σαράι και στη συνέχεια του Πιερικού.

Πολλά ήταν τα ταξίδια του στην Κωνσταντινούπολη - τα τουρκικά τα μιλούσε άπταιστα - με τον αλησμόνητο ΤΡΑΝΤΗ, τόσο για την παρακολούθηση ποδοσφαιρικών αγώνων, όσο και για την απόλαυση της νυκτερινής ζωής της Πόλης, που τότε βρισκόταν στην αρχή αυτού που σήμερα αποτελεί τουριστικά.

Το Big της επιχείρησης ήλθε στη 10ετία του 1980 με πορεία ανέφελη και γεμάτη δημιουργικότητα. Την εποχή αυτή, που ήταν καλή για όλους τους Έλληνες, οι πελάτες περίμεναν ουρά για την αγορά των ψητών του Λεωνίδα. Τότε έγινε και η αγορά κομματιών γύρω από το μικρό αρχικά κατάστημα και η επέκτασή του στη σημερινή περίπου μορφή του.

Η επιχείρηση ήταν κυρίως οικογενειακή. Ο Λεωνίδας, συνεπικουρούμενος από τη σύζυγό του Μαρία, δεξί του χέρι, έκανε τα πάντα. Είχαν τέσσερα παιδιά. Το Μιχάλη, την Άννα, τη Σούλα και τη Μπέμπα που μεγάλωσαν στην οδό Σκρα και γύρω από τα τραπέζια του καταστήματος.

Με  φίλους στο κατάστημα

Από αυτά η Άννα έφυγε νωρίς στην Αμερική, η Μπέμπα έκανε δική της επιχείρηση.

Είναι γνώριμη η εικόνα στους Κατερινιώτες να μπαίνουν στο κατάστημα και να βλέπουν τα ακούραστα πρόσωπα των γυναικών της οικογένειας πρόθυμα να τους εξυπηρετήσουν.

Υπήρξε σημαντική η σύμπνοια της οικογένειας. Η γυναίκα του Μαρία ήταν μια ακούραστη σύντροφος σε ό,τι έκανε ο Λεωνίδας. Μάνα των τεσσάρων παιδιών του ανάλωσε τη ζωή της σ’ αυτό που δημιούργησε μαζί με τον άντρα της και τα παιδιά της, των οποίων η προσφορά δεν παραγνωρίζεται. Τόσο οι κόρες τους, όσο και οι γαμπροί , η Σούλα, ο Γιώργος, η Άννα, ο Παναγιώτης και ο Τακης έχουν το δικό τους μερίδιο στην πρόοδο της οικογενειακής επιχείρησης.

Ακούγοντας μουσική από το τσουκ μποξ

Σήμερα στο τιμόνι της επιχείρησης βρίσκεται η τρίτη γενιά και είναι σίγουρο ότι βρίσκεται σε καλά χέρια.

Ο Σάββας Μακρίδης και ο Λεωνίδας Αθανασούλας, σεβόμενοι τις αρχές του παππού τους, έχουν τις ίδιες ανησυχίες για την εξυπηρέτηση των πελατών, αλλά και για την πρωτοπορία που θα επιτρέψει την επιχείρηση να κάνει βήματα μπρος. Έτσι δημιούργησαν ένα παράλληλο κατάστημα με μαγειρευτό φαγητό, σπιτικό, καθαρά ελληνικό, όχι γκουρμέ, με το οποίο οι εργαζόμενες μητέρες μπορούν να μεγαλώσουν τα παιδιά τους. Είναι σαν το φαγητό της γιαγιάς. Χωρίς καμία επιτήδευση, με εκείνες τις απλές παραδοσιακές γεύσεις που θαυμάζουν ακόμη και σήμερα σεφ του εξωτερικού που επισκέπτονται τη χώρα μας.

Η πόλη δεν ευτύχησε να έχει μια μεγάλη στιχουργό για να υμνήσει του «Λεωνίδα το κουτούκι». Ιστορίες όμως πόνου και χαράς διατρέχουν την πολύχρονη πορεία του.

Κάπου έχει γραφεί ότι υπάρχουν ταβέρνες που ανοίγεις την εξώπορτα με δέος σαν να μπαίνεις σε ξωκλήσι, προσκυνάς τα «άγια των αγίων» εδεσμάτων, μεταλαμβάνεις ιερές γεύσεις, προσεύχεσαι και ομνύεις - γονυπετής από την ικανοποίηση - να επιστρέψεις. Μια από αυτές υπήρξε διαχρονικά η ταβέρνα «ΛΕΩΝΙΔΑΣ».

Μαρία Κορομήλη

Μια φωτογραφία του 1939

Μάγειρας  στο στρατό το 1949

Με παρέα στρατιωτών


Με το δίκοκο  σε άδεια από το στρατό 

Φωτογραφίες της πρώτης νεότητας με τη γυναίκα του Μαρία

Οι κόρες του Σούλα και Μπέμπα στην κουζίνα του αρχικού καταστήματος

Με τον φίλο Χάρη Κρεοπωλίδη παίκτη της Γαλατασαράι, τον Bizim Haris  που έλεγαν οι Τούρκοι.


Στο γήπεδο του Πιερικού με τον Αρστι Καμπίσιο, και  το Μάνια (γιατρό) 

Ιστορικά Λεωνίδας Αθανασούλας

Ακολουθήστε το "Ο.Β." στο twitter και κάντε like στην σελίδα μας στο facebook και μάθετε πρώτοι όλα όσα συμβαίνουν!

Scroll to Top