Παρασκευή 14 Δεκ 2018 6:12      

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Το Μουσείο ως Παιδαγωγός στη σύγχρονη εποχή

Γράφει ο Αδαμίδης Αναστάσιος – Γεώργιος                                                                 Νοέμβριος 2018

Τα Μουσεία, σήμερα, προβάλλονται ως πρεσβευτές του πολιτισμού, στοιχείο που αποτελεί τη συνέχεια της ιστορικής και της σύγχρονης έκφρασης της εθνικής συνείδησης, καθώς αναδεικνύουν τη πολιτιστική κληρονομιά, τόσο σε τοπικό επίπεδο, όσο και στο διεθνές γίγνεσθαι της πολιτισμικής και κοινωνικής εξέλιξης των λαών κατά την εξέλιξή τους στον χρόνο. Τα Μουσεία, αποτελούν ωστόσο, χαρακτηριστικό τμήμα του πολιτισμικού πλέγματος της νεότερης Ευρώπης και του κόσμου που βρίσκονται υπό ευρωπαϊκή επιρροή. Τα Μουσεία, είναι από τη φύση τους ιδρύματα που φυλάσσουν υλικές μαρτυρίες, αντικείμενα δηλαδή, και δείγματα της ανθρώπινης δραστηριότητας και της φυσικής ιστορίας του πλανήτη. Συνεπώς, τα Μουσεία, τα αντικείμενα και οι συλλογές, είναι οι τρεις πλευρές που αποτελούν το λεγόμενο πολιτισμικό τρίγωνο.

Ο ρόλος ενός Μουσείου μπορεί και δύναται να θεωρηθεί, ως επικουρικός εκπαιδευτικός μηχανισμός, που προσφέρει τα κατάλληλα εργαλεία για την ερμηνεία και κατανόηση των μουσειακών αντικειμένων, ώστε ο επισκέπτης να επικοινωνήσει και να ψυ-χαγωγηθεί. Τα μουσειακά αντικείμενα μπορούν να θεωρηθούν ως μια ανεξάντλητη πηγή πληροφοριών και να αποτελέσουν αφορμή για γνώση και ποικίλες εμπειρίες. Η μουσειο-παιδαγωγική διαδικασία, γέφυρα ανάμεσα στην εκπαίδευση και τον πολιτισμό, δεν βασίζεται στην απλή παρουσίαση του συνόλου του μουσειακού χώρου και των συλλογών αυτου, ούτε στο μονόλογο, αλλά προϋποθέτει την ουσιαστική εμπλοκή του επισκέπτη. Πρόκειται λοιπόν,  για μια δυναμική εκπαιδευτική διαδικασία, της οποίας σκοπός είναι η παιδαγωγική αξιοποίηση των Μουσείων.

            Ετυμολογικά με τον όρο «Μουσειοπαιδαγωγική» αντιλαμβάνεται κανείς τη σχέση του Μουσείου και του λειτουργήματος της παιδαγωγικής διαδικασίας. Ως ιδέα πάνω στην οποία θεμελιώθηκε και προβλήθηκε η «Μουσειοπαιδαγωγική», συναντάται για πρώτη φορά κατά τον 19ο αιώνα. Υποστηρίχθηκε στα πρώτα βήματά της από συγκεκριμένες ιστορικές πρωτοβουλίες μεμονωμένων «πρωτεργατών», που τη βοήθησαν να βρει το στίγμα της. Μια τέτοια πρωτοβουλία, ήταν αυτή του Lichtwark, διευθυντή του Μουσείου Τέχνης στο Αμβούργο, ο οποίος πραγματοποίησε «σειρά ασκήσεων θεώρησης των έργων τέχνης», καταγράφοντας ταυτόχρονα αυτές τις εμπειρίες από διαδικασία μύησης των επισκεπτών του Μουσείου στον κόσμο των εκθεμάτων και κληροδοτώντας έτσι τα πρώτα κείμενα – πηγές της Μουσειοπαιδαγωγικής. Τέτοια παραδείγματα ακολούθησαν και κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου στη Μεγάλη Βρετανία από τα Albert και Victoria Museums, στη Χάγη το 1920, ενώ από το 1965 κι έπειτα, άρχισαν να λειτουργούν «Μουσειοπαιδαγωγικά Κέντρα» ή αλλιώς «Κέντρα Μουσειοπαιδαγωγικών Υπηρεσιών» σε πόλεις με μεγάλα και σημαντικά Μουσεία, όπως στο Βερολίνο, στη Νυρεμβέργη στο Μόναχο κ.α., που επέβλεπαν παιδαγωγικά προγράμματα και κατηύθυναν τις μουσειοπαιδαγωγικές δραστηριότητες στα Μουσεία αυτά.

Για την υλοποίηση και την υποστήριξη της μουσειοπαιδαγωγικής αυτής δράσης, είναι απαραίτητη η κατάρτιση εξειδικευμένου προσωπικού, που μέσω της ακαδημαϊκής του γνώσης και την υλοποίηση του σωστού σχεδιασμού, θα κτίσει μία γέφυρα μεταξύ του υλικού πολιτισμού και του κοινού, του οποίου οι ανάγκες είναι διαφορετικές. Ο μουσειοπαιδαγωγός, αναλαμβάνει να σχεδιάσει και να υλοποιήσει ερευνητικές – εκπαιδευτικές δράσεις, που αναφέρονται συνήθως ως Εκπαιδευτικά Προγράμματα Μουσείου και απευθύνονται κατά κύριο λόγο σε σχολικές ομάδες.

Στα μέσα του 20ου αιώνα, τα βρετανικά μουσεία συνήθιζαν να διορίζουν υπαλλήλους αποκλειστικά για να παράσχουν εξειδικευμένη εκπαιδευτική εργασία. Παράλληλα, πραγματοποιήθηκε ένα φόρουμ, το οποίο έμελλε να γίνει το πρώτο των ειδικευμένων ομάδων στα Μουσεία. Ύστερα από μια συνεδρίαση του Διεθνούς Τμήματος Παιδιών (Children’s Subject Section) του Διεθνούς Συμβουλίου των Μουσείων (ICOM), στο Λονδίνο το 1948, καθιερώθηκε η Ομάδα για Δραστηριότητες Παιδιών στα Μουσεία (Group for Children’s Activities in Museums). Η ομάδα αυτή, ενήργησε ως ανεπίσημη Εθνική Επιτροπή Εκπαίδευσης του ICOM στη Βρετανία (British National Education Committee of ICOM). Το 1963, η επιτροπή αυτή μετονομάστηκε σε Ομάδα για Εκπαιδευτικές Υπηρεσίες στα Μουσεία (Group of Educational Services in Museums – GESM) και στη συνέχεια πάλι στα τέλη της δεκαετίας του ΄70 σε Ομάδα για την Εκπαίδευση στα Μουσεία (Group for Education in Museums – GEM). Η επιτυχής μετονομασία της Ομάδας αντανακλά μια νέα αντίληψη για τη φύση της “Μουσειακής Εκπαίδευσης”.

            Η «τριγωνική» σχέση μουσειοπαιδαγωγού – δασκάλου – μαθητή, αποτελεί το «τρίγωνο συνεργασίας» που έχει στόχο την εκμαίευση γνώσης μέσα από αυτόβουλες ψυχαγωγικές διαδικασίες στον περιβάλλοντα χώρο εντός ή εκτός του μουσείου, ή ενός αρχαιολογικού χώρου. Έτσι, το Μουσείο, θα αντιμετωπίζεται υπό την ευρεία του έννοια, όχι απλώς ως φόντο σχολικών εκδρομών ή περιπάτων, αλλά ως χώρος πολυσήμαντων πληροφοριών και εμπειριών, που βοηθούν στην κατανόηση του παρόντος και εν γένει του πολιτισμού, γεγονός ωστόσο που προϋποθέτει την κριτική αντίληψη του παρελθόντος.

            Η μουσειοπαιδαγωγική δραστηριότητα στην Ελλάδα, ξεκίνησε με τη μορφή Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων από το Μουσείο Μπενάκη κάνοντας την πρωτοπορία για τα Ελληνικά δεδομένα στον τομέα της Πολιτιστικής Εκπαίδευσης, το 1978 που έλαβε χώρα με αφορμή το Παγκόσμιο Έτος του Παιδιού και ξεκίνησε με ατομική πρωτοβουλία της κα. Αιμιλίας Γερουλάνου, εγγονή του Αντωνίου Μπενάκη. Παρόμοιες ατομικές πρωτοβουλίες ακολούθησαν και από άλλους εργαζόμενους σε Μουσεία και το Υπουργείο Πολιτισμού όπου φέρουν τον τίτλο των πρωτεργατών, εκ των οποίων μερικοί είναι οι κυρίες Κορνηλία Χατζηασλάνη του Κέντρου  Μελετών Ακροπόλεως, Στέλλα Χρυσουλάκη του Κέντρου Εκπαισδευτικών Προγραμμάτων του Υπουργείου Πολιτισμού, Μαρίνα Πλατή του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης, Νίκη Μπελεσιώτη του Μουσείου Μπενάκη.

            Το Ελληνικό Τμήμα του Διεθνούς Συμβουλίου Μουσείων (International Council of Museums – ICOM) ανέλαβε μια σειρά συγκεκριμένων πρωτοβουλιών, αμέσως μετά την ίδρυση του (1983). Πρώτο βήμα ήταν η δημιουργία μιας ομάδας εργασίας που συνένωσε τους υπεύθυνους των Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων των Ελληνικών Μουσείων, με σκοπό την αλληλογνωριμία και την ανταλλαγή απόψεων για κοινά προβλήματα και προοπτικές, σε μια εποχή που η εκπαιδευτική λειτουργία των Μουσείων δεν ήταν αυτογενή. Το 1987, ο εορτασμός της Παγκόσμιας Ημέρας των Μουσείων, που αφιερώθηκε στην Μουσειοπαιδαγωγική έφερε για πρώτη φορά τους εργαζόμενους στα Μουσεία και το ευρύ κοινό μπροστά σε νέους ορίζοντες. Το 1988, ακολούθησε η οργάνωση της ετήσιας Συνάντησης της Διεθνούς Επιτροπής του ICOM για την Εκπαίδευση και Πολιτιστική Δράση στα Μουσεία (Education and Cultural Action – CECA) με τη συμμετοχή πολλών ελλήνων και ξένων συνέδρων.

Η παιδαγωγική αξιοποίηση των Μουσείων με ανάλογη μεθόδευση, μπορεί να συντελέσει στην καλλιέργεια του καλαισθητικού συναισθήματος των ατόμων, η οποία συναισθηματική εκλέπτυνση αργά και σταθερά, μέσα από την αγωγή, έχει τη δύναμη να συμβάλει σε μια καλύτερη ποιότητα της καθημερινής ζωής ενός ολόκληρου λαού. Η Μουσειοπαιδαγωγική Εκπαίδευση στηρίζεται στα δεδομένα της τέχνης, της αισθητικής και του πολιτισμού και μελετά, ερευνά και προάγει την επικοινωνία μέσα από ένα εμπλουτισμένο εκπαιδευτικό περιβάλλον του Μουσείου. Παράλληλα, μέσω της Μουσειοπαιδαγωγικής δραστηριότητας προωθείται τόσο η εξερεύνηση του εσωτερικού κόσμου και η προσωπική έκφραση, όσο και η συλλογική δράση και η αρμονική συνεργασία μιας ομάδας.

Ωστόσο, σήμερα, στην εποχή της ραγδαίας εξέλιξης, το Μουσείο και οι δράσεις αυτού που απευθύνονται στο κοινό, καλό θα είναι να συμβαδίζουν με τις απαιτήσεις της εποχής και συνεπώς να καλύπτουν τις ανάγκες των επισκεπτών. Ενέργειες για την εξελικτική πορεία της Μουσειοπαιδαγωγικής δράσης δραστηριοποιούνται σε διάφορες χώρες της Ευρώπης αλλά και την Ελλάδα με μέλη που εξειδικεύονται στον τομέα αυτό και μέσω της συνεργασίας με το Διεθνές Συμβούλιο Μουσείου ICOM προωθούνται οι ιδέες. Οι δυνατότητες που παρέχει ο ψηφιακός κόσμος είναι πληθώρες. Η καταχώρηση των μουσειακών εκθεμάτων με τις αντίστοιχες ιστορικές πληροφορίες στο διαδίκτυο είναι απαραίτητη, ενώ η αλληλεπίδραση του επισκέπτη με τα αντικείμενα μέσω της χρήσης της τεχνολογίας στον ίδιο χώρο του Μουσείου ή του αρχαιολογικού χώρου, καθίσταται ένα μέσο ψυχαγωγίας με εκπαιδευτικό χαρακτήρα. Η χρήση της οπτικοακουστικής τεχνολογίας εικονικής πραγματικότητας VR, η χρήση επίσης χωροευαίσθητων εφαρμογών και η τοποθέτηση κωδίκων Braille, χαρίζουν γνώση και εμπειρία σε ευρύ κοινό, καθώς και σε άτομα με ειδικές ανάγκες.

Άρθρα απόψεις Ιστορικά

Ακολουθήστε το "Ο.Β." στο twitter και κάντε like στην σελίδα μας στο facebook και μάθετε πρώτοι όλα όσα συμβαίνουν!

Scroll to Top