Τετάρτη 11 Δεκ 2019 6:08      

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ο Όλυμπος του Μπουασονά

Μιλώντας για τον Όλυμπο ο αντιπρύτανης και καθηγητής  του τμήματος Φιλοσοφίας του ΑΠΘ Ιωάννης Τζιφόπουλος, ανέφερε: Από τον Όμηρο, τον Ησίοδο, τον Ευριπίδη και άλλους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς έρχεται η καλύτερη διαφήμιση για τον θεϊκό Όλυμπο.

Η παγκόσμια δωρεάν διαφήμιση του Ολύμπου είναι το πρώτο λογοτεχνικό κείμενο του δυτικού πολιτισμού. Με τα τραγούδια που έφτασαν ως εμάς με το όνομα του Ομήρου, η Ιλιάδα και η Οδύσσεια αλλά και τα τραγούδια του Ησιόδου, η Θεογονία, τα Έργα και Ημέρες και άλλα τα οποία σώζονται αποσπασματικά».

Όπως συνεχίζει ο κ. Τζιφόπουλος, ιδιαίτερη αναφορά επιφυλάσσει για τον Όλυμπο και την Πιερία, ο Ευριπίδης στις «Βάκχες» του λέγοντας: 
«.. κι όπου η σεβαστή πλαγιά του Ολύμπου στέκει, η ασύγκριτη στην ομορφιά Πιερία, των Μουσών ιερό λημέρι, οδήγησέ με Διόνυσε, βροντερέ αφέντη των μαινάδων είναι οι χάριτες και οι πόθοι εκεί, οι Βάκχες τελούν τις τελετές τους..»

Αυτή η αίγλη του Ολύμπου θάμπωσε στις αρχές του περασμένου αιώνα έναν αριστοτέχνη φωτογράφο τον γαλλοελβετό Φρεντ Μπουασονά, ο οποίος έχοντας εξελίξει σε  υψηλό επίπεδο τη φωτογραφική τέχνη, ήλθε στην Ελλάδα  την οποία αποτύπωσε από άκρη σε άκρη. 

Το πέρασμά του από τον Όλυμπο στάθηκε  ιδιαίτερα σημαντικό για το ιερό βουνό και το Λιτόχωρο, αφού στην ουσία τότε τέθηκαν οι πρώτες βάσεις για την ορειβασία  που σήμερα αποτελεί έναν από τους τουριστικούς πυλώνες της περιοχής.  

 

Ο Μπουασονά θαύμασε το ασύγκριτο τοπίο, αλλά δεν έμεινε σ’ αυτό. Υπήρξε φιλέλληνας με όλη τη σημασία της λέξης. Κι αν ο λόρδος Βύρων και οι άλλοι έδωσαν το αίμα τους για την απελευθέρωση της πατρίδας μας την περίοδο του 1821, ο Μπουασονά έναν αιώνα αργότερα έδωσε την ψυχή του, αποτυπώνοντας στις φωτογραφίες του τον Όλυμπο και τους ανθρώπους του, και μεταφέροντας στα πέρατα της οικουμένης, ένα θαυμασμό  για την Ελλάδα που δεν έσβησε ακόμα. 

Έγραψε τότε για τον Όλυμπο: 

«Κανένα έθνος δεν έχει μια έκταση που να μπορεί να συγκριθεί με την περιοχή του Ολύμπου, τόσο πλούσια σε μύθους, αναμνήσεις ιστορικές, ομορφιές κάθε λογής».

Η κατάκτηση της κορυφής 

Η ιστορία της επίσκεψης στον Όλυμπο έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός θρίλερ. Είχε μαζί του τον επίσης φιλέλληνα  ποιητή Ντανιέλ Μπο-Μποβί. Προτού επιχειρήσουν το ακατόρθωτο, πέρασαν από το Λιτόχωρο και πήραν για οδηγό τους τον κυνηγό αγριοκάτσικων Χρίστο Κάκαλο που τους οδήγησε στην κορυφή του Ολύμπου. 

Έτσι συμβαίνει πάντα κάθε φορά που προσεγγίζεις τον Όλυμπο. Περνάς από το Λιτόχωρο. Σε αυτό χαρίστηκε το μοναδικό προνόμιο να έχει μέσα στα παράθυρά του την πύλη εισόδου του βουνού, τον Ενιπέα, και τις ψηλότερους κορφές του, τον Μύτικα που πάντα δικαιολογεί τον ρόλο του ως έδρας του νεφεληγερέτη πατέρα των θεών, και το Στεφάνι, που το ονόμασαν Θρόνο του Δία.

Οι τρεις ορειβάτες ξεκίνησαν την προσπάθειά τους στις 29 Ιουλίου 1913, ακολουθώντας την κλασσική διαδρομή προς το παρεκκλήσι του Προφήτη Ηλία. Στις 30 Ιουλίου φθάνουν στον προορισμό τους και αντικρίζουν τον Μύτικα, αλλά αποφασίζουν να επιστρέψουν στη βάση τους, επειδή νυχτώνει. Την επομένη, έχοντας πάρει το δρόμο της επιστροφής, το μετανιώνουν και αποφασίζουν να επιχειρήσουν το μεγάλο κατόρθωμα.

Περνούν τη νύχτα μέσα σε θύελλα και την 1η Αυγούστου φτάνουν σε μια καλύβα στον Μαυρόλογγο, όπου διανυκτερεύουν. Τα χαράματα της 2ας Αυγούστου ξεκινούν την τελική τους προσπάθεια και μέσα σε ομίχλη φτάνουν στις 9 το πρωί σε μία κορυφή, την οποία θεωρούν την πιο ψηλή. Τη βαπτίζουν «Κορυφή της Νίκης», προς τιμή της Μάχης του Σαρανταπόρου (5 Οκτωβρίου 1912) και σε μια πρόχειρη κατασκευή τοποθετούν τις κάρτες τους και την ελβετική σημαία.

Έξαφνα, η ομίχλη διαλύεται και ανακαλύπτουν ότι η πραγματική κορυφή βρίσκεται ακόμη πιο ψηλά. Η επιμονή του Χρήστου Κάκαλου, ο οποίος αναρριχάται ξυπόλητος, οδηγεί τους ορειβάτες στις 10:25 το πρωί στην ψηλότερη κορυφή, τον Μύτικα.

Λίγοι αγάπησαν την Ελλάδα όσο ο Φρεντ Μπουασονά

Ο Μπουασονά μέσα από τις φωτογραφίες και τα λευκώματά του παρουσιάζει ένα πανόραμα της Ελλάδας του μεσοπολέμου, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης για την Ελλάδα την ίδια περίοδο.

Η μεγάλη πίστη και ο θαυμασμός του για τη χώρα αυτή μεταδίδονται μέσα από το έργο του με μια τρυφερότητα και μια αγάπη που η δύναμη τους ακόμη και σήμερα, μετά από τόσα χρόνια, δίνει ψυχή σ’ αυτά τα κομμάτια χαρτιού, τα οποία θα μπορούσαν να είχαν παραμείνει απλές φωτογραφίες....

Λίγοι αγάπησαν την Ελλάδα όσο ο Φρεντ Μπουασονά. Ο ίδιος έγραψε στα 1910: «Αυτός ο λαός, τόσο στις ακτές όσο και στο εσωτερικό της χώρας, ο ψαράς της Αίγινας, ο γεωργός της Αργολίδας, ο βοσκός του Χελμού ή του Παρνασσού, όλος αυτός ο λαός έχει τόσο σπινθηροβόλο πνεύμα, τόση καλοσύνη, τόσο πάθος για την ελευθερία, μια τέτοια λατρεία για το παρελθόν του, μια τέτοια προσήλωση στις αρχαίες συνήθειες...». 

Ο Ντανιέλ Μπο-Μποβί

Και ο Ντανιέλ Μπο-Μποβί, πρύτανης της Σχολής Καλών Τεχνών της Γενεύης, ο οποίος συνταξίδεψε με τον Μπουασονά στην Ελλάδα, είπε σε μια διάλεξη το 1931: «Στην Ελλάδα, όπου άλλοι δεν πήγαιναν παρά γυρεύοντας ερείπια, εμείς ανακαλύπταμε μια φύση και έναν λαό. Και από τότε το σχέδιό μας ήταν όχι μόνο να ασχοληθούμε με τη λαμπρότητα των αρχαίων μνημείων αλλά να ξαναζωντανέψουμε τα τοπία που τα περιβάλλουν, τους ανθρώπους που είναι οι καθημερινοί μάρτυρές τους».

Ο Λεόν Εζέ για τον Ενιπέα 

«Αυτό που είναι τόσο όμορφο, σε σημείο να ξεπερνά κάθε φαντασία, είναι η χαράδρα όπου ο Ενιπέας κυλάει ορμητικά τα νερά του και η οποία ξανοίγεται πίσω από το Λιτόχωρο. Εδώ ο Όλυμπος είναι βαθιά σχισμένος από τους πρόποδες ως τις κορυφές. Χωρίς υπερβολή, θα έλεγε κανείς ότι το βλέμμα εισδύει ως τα έγκατα του βουνού». 

    

Έτσι είδε ο γάλλος αρχαιολόγος και περιηγητής Λεόν Εζέ, αυτός που ανακάλυψε το ανάκτορο του Φιλίππου στη Βεργίνα, το Λιτόχωρο και τη χαράδρα του Ενιπέα. Η μαρτυρία του περιέχεται στο ωραίο λεύκωμα  «Ο Όλυμπος του Boissonnas» του καθηγητή Γιάννη Κυρίτση, που τύπωσε ο Δήμος Λιτοχώρου.

 

Όλυμπος

Ακολουθήστε το "Ο.Β." στο twitter και κάντε like στην σελίδα μας στο facebook και μάθετε πρώτοι όλα όσα συμβαίνουν!

Scroll to Top